ΕΠΙΤΙΜΑ ΜΕΛΗ

Επίτιμα μέλη προτείνονται από το Δ.Σ. και ψηφίζονται από τη Γ.Σ. λογοτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι, που πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες στη λογοτεχνία ή στην Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Ιωάννα Παπαντωνίου κατάγεται από το χωριό Αναφωτία της επαρχίας  Λάρνακας στην Κύπρο. Είναι απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου και κάτοχος πτυχίου εξομοίωσης του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές της σπουδές της στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου με θέμα τη Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση. Εργάζεται ως Βοηθός Διευθύντρια Δημοτικής Εκπαίδευσης στη Λάρνακα.

Ποιήματά της έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Κύπρο και στο εξωτερικό και έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες και ηλεκτρονικές σελίδες λογοτεχνικών περιοδικών. Συμμετέχει ενεργητικά σε πολιτιστικές δράσεις και είναι η Βοηθός Γραμματέας στο  Διοικητικό Συμβούλιο της Πολιτιστικής Κίνησης Λάρνακας (ΦΙ.ΛΟ.ΠΟ.Λ/ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ). Η ποιητική της συλλογή «Γράφαμε τις φωνές μας στο νερό.» είναι το πρώτο της βιβλίο (Εκδόσεις Ρώμη, 2024).

 

 

 

 

 

 

Δείγματα Γραφής:

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Το  περίμενε  το  τηλεφώνημά  της. Δεν  το  είχε  σημειωμένο  στην  ατζέντα  και  κάθε  φορά  που  ακουγόταν  ο  ξερός  ήχος  κοίταζε  με  αδημονία  την  οθόνη. Της  το  είχε  υποσχεθεί  άλλωστε  από  το  προηγούμενο  βράδυ… Θα  μιλήσουμε  αύριο… Δε  θα  πούμε  αντίο…

Της  κρατούσε  το  χέρι  σφιχτά, όπως  τότε  που  κοριτσάκι  ακόμα  την  αποχαιρετούσε  πριν  μπει  στο  σχολικό. Τη  βοηθούσε  να  βάλει  την  τσάντα  στον  ώμο  και  της  έδινε  το  καλαθάκι  με  το  ζεστό  κουλούρι. Καθημερινή η ιεροτελεστία, ζυμωμένη  με  μέλι…

Ένα  τέτοιο  κουλούρι  κουβαλούσε στις λιγοστές  αποσκευές  της  βραδιάτικα, τυλιγμένο  στη  φρεσκοσιδερωμένη  πετσέτα. Παραγγελιά… Η μυρωδιά  του  ξεχύθηκε  στους  διαδρόμους  του  νυχτερινού  τρένου. Το  βαγόνι φαινόταν άδειο… Άδειο  και  το  βλέμμα της, σουλατσάριζε στο  θολό  τζάμι…

Σκούπισε  με το  μαντίλι  την  ομίχλη  της  ανάσας  της, για να  μπορέσει  να  δει  το  σκοτάδι  στους  δρόμους και  τα λιγοστά  φώτα να  το  διασχίζουν. Έτριβε  με  δύναμη  το  τζάμι , μέχρι  που  τη  διέκοψε  ο μοναδικός συνεπιβάτης με  το  ψηλό  καπέλο.

Σας  αρέσει  να  βλέπετε  έξω  από  το  τζάμι, ν’ ακολουθείτε  με  το  βλέμμα  τη  διαδρομή; Της πέταξε… Δεν  είναι  όμως  το  ίδιο  τη  νύχτα… Εγώ  συνήθως  κλείνω  τα  βλέφαρα. Δεν  ακολουθώ  τις  σκιές…

Μια  σκιά  είχε  ανακοινώσει  και  ο  κύριος  με  τη  λευκή  μπλούζα  εκείνο  το  πρωινό… Κάτι  πήγε  να  του  πει… Από  τότε  τις  είχε  συνηθίσει  τις σκιές. Την  ακολουθούσαν  με  τις  διχαλωτές  τους  γλώσσες  και  με  τα  σκελετωμένα, διάφανα κορμιά  τους. Κρύβονταν  πίσω  από  τους  κορμούς  στο  εύκρατο  δάσος  της  βροχής  και  απειλούσαν  να  της  κλέψουν  το  δάκρυ  απ’ το  προσκέφαλο… Ποιο  δάκρυ; Ορκίστηκε  να  μην  κλάψει  ποτέ  πια…

Αν  έπαιρνα  το  πρωινό  τρένο, συνέχισε  ο  συνεπιβάτης, θα  φωτογράφιζα  τη  διαδρομή. Είναι  μαγευτικό  το  φθινοπωρινό  τοπίο… Φωτογράφος  είμαι…

Έχετε  φωτογραφίσει  ποτέ  την  καρδιά, τα  πνευμόνια  σας; Έχετε  φωτογραφίσει  τις  σκιές;

Δεν  της  απάντησε. Δεν  μπόρεσε  να  της  απαντήσει. Χαμήλωσε  το  βλέμμα. Έκλεισε  τα  βλέφαρα, όπως  συνήθιζε  να  κάνει  σε  κάθε  νυχτερινή  διαδρομή…

 

 

 

ΕΝΔΥΜΑ ΛΕΥΚΟ

Το  κεφαλομάντιλο εμπριμέ, τα σκουλαρίκια χαλκάδες… Καθρεφτίστηκε μ’ αυταρέσκεια  στη  γυάλα, που  χάιδευαν  ασταμάτητα τ’ ακροδάχτυλά της. Χαρτορίχτρα και μέντιουμ στο  επάγγελμα. Αν την ασήμωνες καλά, σου’ λεγε  το  ριζικό σου… Η ταρομαντεία η ειδικότητά της. Αράδιαζε τα τραπουλόχαρτα σ’ ένα παλιό σκαλιστό έπιπλο και η σκοτεινή  ματιά  της πάλευε να διεισδύσει στο είναι σου.

Πίσω απ’ τη γυάλα την πρωταντίκρυσα κι εγώ, εκείνο το φθινοπωρινό  πρωινό που ψιλόβρεχε μες στην ψυχή μου… Η καρδιά μου χτυπούσε σε γοργό ρυθμό, καθώς θα ανέβαινα με τα πόδια πέντε ολόκληρους ορόφους. Στην είσοδο της πολυκατοικίας είχα διαβάσει την ενημερωτική πινακίδα : « Ο ανελκυστήρας είναι εκτός λειτουργίας. Απολογούμαστε για την ταλαιπωρία.». Πήρα βαθιά ανάσα κι άρχισα να  ανεβαίνω τα σκαλοπάτια και να μετρώ ορόφους.

Η πολυκατοικία είχε τα χάλια της. Χτίριο πολυκαιρισμένο κι αφρόντιστο, με τους σοβάδες να ξεκολλάνε  απ’ τους  τοίχους  και  τις  περσίδες  στα  ξύλινα  παράθυρα να έχουν ξηλωθεί στο πέρασμα του χρόνου. Αγυάλιστα μπρούτζινα πόμολα στις παλιές πόρτες των διαμερισμάτων  άφηναν  ερωτηματικά  για  τους  ενοίκους, αν υπήρχαν ένοικοι εν τέλει στο γύρω τοπίο της εγκατάλειψης…

Λαχάνιασα πριν προλάβω  ν’ ανέβω στον δεύτερο  όροφο  και  θυμήθηκα  πως  είχε  να  με  δει  το γυμναστήριο  εδώ  και  μήνες… Άραγε πόσους; Έστριψα διστακτικά  το  πόμολο στην  πόρτα  του  διαμερίσματος  με  τον  αριθμό  53, αφού  πρώτα  χτύπησα  το  κουδούνι. Προχώρησα διστακτικά  στο  ημίφως  του  διαδρόμου. Η γυάλα, το μοναδικό  διακοσμητικό σ’ ένα παλιό  ξύλινο  έπιπλο, έκρυβε το πρόσωπο, που με πρόσταξε  να  καθίσω  απέναντί του.

Κάθισε!  (Μια ζωή στο πόδι… Τώρα πώς να καθίσω;)

Ασήμωσε! (Τα τριάντα αργύρια ζητάς; Στα’ φερα…)

Άκουσε! (Εμένα μ’ άκουσε ποτέ κανείς;)

Τα τρία ρήματα, σε έγκλιση προστακτική, δήλωναν ρητά τις απαιτήσεις της. Τα τραπουλόχαρτα απλώθηκαν με μαεστρία στη σκονισμένη  επιφάνεια του τραπεζιού. Φιγούρες σκοτεινές και ανοίκειες περίμεναν την αποκάλυψη ενός μέλλοντος ζοφερού για τον άτυχο πελάτη. Κι αυτός ήμουνα εγώ… Τη φοβήθηκα τη χαρτορίχτρα με το βλέμμα του θανάτου, καθώς σημάδευε με το δάχτυλο το τραπουλόχαρτο της κακοτυχίας. Δεν έμεινα ν’ ακούσω την ερμηνεία της… Ήξερα…

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΑΛΦΑΒΗΤΑΣ…

 Πρωινό δρομολόγιο η ζωή… Οι δείκτες του ρολογιού σε σταθερή πορεία. Το ξυπνητήρι να σφυρίζει την πρώτη «καλημέρα» κι εγώ εκεί , να του γυρνώ την πλάτη άκαρδα, ξεγελώντας το με το ίδιο καθημερινό δρώμενο…

-Τώρα…

Τώρα τεντώνομαι, ανακλαδίζομαι και πάλι πίσω στα ζεστά στρωσίδια… Ακόμα λίγα λεπτά… Τελευταία προειδοποίηση η φωνή της μαμάς:

-Θ’ αργήσεις!

-Προλαβαίνω…

Προλαβαίνω… Το αγαπημένο μου ρήμα… Το κλίνω, καθώς κατεβαίνω τις σκάλες. Προλαβαίνεις, προλαβαίνει… προλαβαίνουμε… Μόλις που προλαβαίνω το σχολικό και στριμώχνομαι στη μοναδική άδεια θέση χαζεύοντας τους περαστικούς απ’ το θολό τζάμι.

Φτάνοντας στον προορισμό μου, ακούγεται το πρώτο κουδούνι και το βήμα μου γίνεται γρηγορότερο. Προλαβαίνω! Υπενθυμίζω το γνωστό ρήμα στον εαυτό μου και μπαίνω στην αίθουσα πριν απ’ τη δασκάλα. Επαναλαμβάνω το αλφάβητο μετά τον διπλανό μου και χαμηλώνω τη ματιά, μόλις αντιλαμβάνομαι πως ξέχασα πίσω το γράμμα ρο… «Έλα τώρα…», σκέφτομαι. «Ένα ρο ξέχασες… Σιγά το πράμα…».

Η δασκάλα με κοιτάζει αυστηρά, λες κι ακούει στη διαπασών τον εσωτερικό μου μονόλογο. Χτυπώντας στον μαυροπίνακα το δαχτυλίδι της με επαναφέρει στην τάξη… Σηκώνω απρόθυμα το βλέμμα απ’ το θρανίο με την ενοχή ζωγραφισμένη στ’ αλαφιασμένο μου πρόσωπο.

-Ένα ρο ξέχασες; Σιγά το πράμα; Αποκαλύπτει σαν μάντης Τειρεσίας την κρυφή μου σκέψη… Ένα ρο κάνει το νερό, νερό! Διψασμένο σε βλέπω για καιρό!

Χαμογελά από ικανοποίηση για την ομοιοκαταληξία που πέτυχε και συνεχίζει την «ιερά» εξέταση της αλφαβήτας…

Με την «ιερά» εξέταση της αλφαβήτας καταπιάστηκα κι εγώ σήμερα… Τα μαθητούδια απέναντί μου με κοιτάνε μ ’εκείνο το καθάριο βλέμμα, αφοπλίζοντάς με από κανόνες και γραμματικές. Κι αυτό το κορίτσι με τους λευκούς φιόγκους στα μαλλιά, σαν τις πεταλούδες στον κήπο του σπιτιού μας, πόσο μοιάζει με το κορίτσι, που κάποτε ξέχναγε το ρο στην αλφαβήτα… Κάποιο γράμμα άφησε κι αυτό πίσω, μα την κοίταξα χαμογελώντας. Σιγά το πράμα… Ένα όμικρον κι ένα ρο… Θα τα μάθεις με τον καιρό…

Χαμογελώ από ικανοποίηση τώρα, που πέτυχα την ομοιοκαταληξία… Μου χαμογελά και το κορίτσι…

 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΕΝΟΣ ΒΙΟΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ

 

Με λένε Ανέστη…

Ζω, μα αργοπεθαίνω

στην άλλη πλευρά του φεγγαριού.

Καταγράφω την έλλειψη βαρύτητας

στο ημερολόγιο της μετανάστευσης.

Γνωρίζω καλά

πόσο στοιχίζει η μετοίκηση.

Απαιτεί χρόνο και αλήθειες

κοστούμια διαστημικά

που τα βεστιάρια πια δεν διαθέτουν.

 

Ανάβω τσιγάρο

να ζητήσω μια τελευταία χάρη.

Να χαμηλώσουν τα φώτα της σκηνής.

Ν’ αλλάξω την αμφίεση.

Να υποδυθώ τον άλλο μου εαυτό

αυτόν που δεν σας σύστησα

μέσα σε τόσους ρόλους.

 

Η ανάσα μου τυλίγει τους καθρέφτες

σκοντάφτει μετά στα σύννεφα

ανασηκώνεται.

Ένα σώμα εύθραυστου πηλού

με ρωγμές στα χέρια πλάθεται.

Σκύβω.

Παλεύω με τα χώματα.

Σπόροι από φυτά εξωτικά

μού γεμίζουν τις χούφτες.

Τους διασκορπώ στις πέντε ηπείρους

να είναι ο παράδεισος

κτήμα επίγειο σε θέα κοινή

φέουδο κοινοκτημοσύνης.

 

Έναν ρόλο κηπουρού αναζητώ κι εγώ

γιατί κάποτε

καλλιέργησα σχολαστικά την καρτερία.

 

 

 

 

 

 

ΔΕΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΟΛΥΜΗΧΑΝΕ

 

Κάποιος σήκωσε το χέρι

απόκριση να δώσει στη Γοργόνα.

Δεν ήμουν εγώ.

Είχα χαθεί στο πλήθος

που δρασκελούσε τα κύματα.

Κοιτούσα μόνο το είδωλό μου

ν’ αναβοσβήνει τα χρώματα

για τους περαστικούς.

 

Σαν ήρθε η ειδοποίηση

για τον ερχομό σου, Οδυσσέα

δεν στάθηκα στην προκυμαία.

Ούτε και ρώτησα τον φαροφύλακα

για την ακριβή ώρα που ελευθέρωνε

το φως στο ακρωτήρι.

Τα σανδάλια μόνο κοίταζα

να κόβουν βόλτες στο ερημονήσι.

Η ματιά κλεφτή

έτοιμη να συλλάβει επ’ αυτοφώρω

τα χνάρια στη μοκέτα.

Είχε το χρώμα τ’ ουρανού.

Φθάρθηκε κι αυτή όπως εγώ.

Το πουκάμισο τώρα επιπλέει αδειανό

να μνημονεύει ό,τι απέμεινε.

Με τα λυτά μου μαλλιά

πνίγω τις στιγμές στα αλμυρίκια.

 

Αφήνω την τέφρα σου

να ανταμώσει τον ορίζοντα.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε

για το περιεχόμενο της υδρίας

̶  χρόνια την κουβαλούσα  ̶

ούτε καν οι Δαναΐδες.

Γη και νερό σκορπώ

στο χάος του γαλάζιου.

Υπό άλλες συνθήκες

θα σημείωνα στον χάρτη

τις συντεταγμένες.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΥΝΟΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

 

Αδέσποτες σκιές με προσπερνούν.

Ψυχές άστεγες ψάχνουν κι αυτές

στις στέγες καταφύγιο

επαίτες που απαιτούν σώμα

να ξαποστάσουν.

 

Η παρουσία μου ενοχλητική

καθώς σκοντάφτουν

στα σκελετωμένα μου ποδάρια.

Τις παρακολουθώ

ν’ αρπάζονται στα χέρια

για το μισοφαγωμένο μήλο της Χιονάτης

μα να δηλητηριάζονται

από την μπόχα της εποχής.

Βαριά ασθμαίνουν φορτωμένες πεπρωμένο.

 

Μόνο στον μπόγια αλυχτώ

σαν έρχεται να μας μαζώξει

σκιές και αδέσποτα.

Έτσι, για να ξεκαθαρίζει το τοπίο.

Να απομείνει η φύση τελείως νεκρή

για τον ζωγράφο.